Μαζί, αλλά μόνοι: Η συναισθηματική μοναξιά μέσα στη σχέση

Μπορεί δύο άνθρωποι να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, να μοιράζονται το ίδιο σπίτι και να οργανώνουν μαζί την καθημερινότητά τους, αλλά να αισθάνονται ότι τους χωρίζει μια… άβυσσος. Μιλούν για τους λογαριασμούς, τα παιδιά και τις υποχρεώσεις, αλλά όχι πια για όσα φοβούνται, επιθυμούν ή χρειάζονται. Είναι μαζί, αλλά ο ένας δεν νιώθει πραγματικά κοντά στον άλλον.

Η συναισθηματική μοναξιά δεν σημαίνει απλώς ότι περνάμε λίγο χρόνο με τον σύντροφό μας. Εμφανίζεται όταν δεν αισθανόμαστε ότι μας βλέπει, μας ακούει και μας καταλαβαίνει. Όταν μια δύσκολη ημέρα απαντιέται με αδιαφορία, μια προσπάθεια επικοινωνίας αναβάλλεται συνεχώς ή ένα παράπονο μετατρέπεται αμέσως σε καβγά. Σταδιακά, το άτομο μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται: «Δεν έχει νόημα να μιλήσω. Έτσι κι αλλιώς, δεν θα με καταλάβει».

Πώς δημιουργείται η απόσταση;
Συνήθως δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία χάνεται η σύνδεση. Η απόσταση χτίζεται αργά: μέσα από την πίεση της καθημερινότητας, τα παράπονα που δεν συζητήθηκαν, τις μικρές απογοητεύσεις και τις προσπάθειες προσέγγισης που έμειναν αναπάντητες.

Συχνά δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Ο ένας σύντροφος, φοβούμενος ότι απομακρύνονται, ζητά περισσότερη επαφή, επιμένει ή παραπονιέται. Ο άλλος αισθάνεται πίεση, κριτική ή ανεπάρκεια και αποσύρεται ακόμη περισσότερο. Όσο απομακρύνεται, τόσο ο πρώτος τον κυνηγά και όσο τον κυνηγά, τόσο εκείνος κλείνεται. Πίσω από τον θυμό του ενός μπορεί να κρύβεται η ανάγκη «δείξε μου ότι είμαι σημαντικός», ενώ πίσω από τη σιωπή του άλλου ο φόβος «ό,τι κι αν κάνω, δεν είναι αρκετό».

Η συναισθηματική μοναξιά δεν αποτελεί πάντοτε ένδειξη ότι η αγάπη τελείωσε. Μπορεί, όμως, να δείχνει ότι η σχέση έχει πάψει να λειτουργεί ως ασφαλής χώρος μέσα στον οποίο οι σύντροφοι μπορούν να είναι ευάλωτοι.

Η επανασύνδεση αρχίζει από μια διαφορετική συζήτηση
Το «ποτέ δεν ενδιαφέρεσαι» συνήθως προκαλεί άμυνα. Το «μου λείπει να νιώθω κοντά σου» αποκαλύπτει την ανάγκη που βρίσκεται πίσω από το παράπονο. Η διαφορά δεν είναι απλώς γλωσσική: στην πρώτη περίπτωση επιτίθεμαι στον άλλον, ενώ στη δεύτερη του επιτρέπω να δει τι συμβαίνει μέσα μου.

Η επανασύνδεση δεν απαιτεί πάντοτε εντυπωσιακές κινήσεις. Μπορεί να ξεκινήσει από λίγα λεπτά πραγματικής παρουσίας, μια ερώτηση που δεν γίνεται μηχανικά, ένα άγγιγμα ή την προσπάθεια να ακούσουμε χωρίς να διακόψουμε και χωρίς να ετοιμάζουμε την απάντησή μας. Οι μικρές στιγμές ανταπόκρισης είναι αυτές που ξαναχτίζουν σταδιακά την αίσθηση του «εμείς».

Η συμβουλευτική ζεύγους μπορεί να βοηθήσει τους συντρόφους να αναγνωρίσουν τον κύκλο που τους απομακρύνει και να ακούσουν όσα έχουν χαθεί πίσω από τον θυμό, την άμυνα ή τη σιωπή. Στόχος δεν είναι απλώς να μιλούν περισσότερο, αλλά να μπορούν και πάλι να συναντιούνται ουσιαστικά ώστε το «μαζί» να μη σημαίνει μόνο κοινή καθημερινότητα, αλλά πραγματική συναισθηματική παρουσία.

 

Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής