Συχνά αντιμετωπίζουμε το σώμα σαν έναν αλάνθαστο «ανιχνευτή» της σεξουαλικής επιθυμίας. Μια στύση, η κολπική λίπανση ή ακόμη και ο οργασμός θεωρούνται (λανθασμένα) αυτονόητες αποδείξεις ότι το άτομο επιθυμεί και απολαμβάνει αυτό που συμβαίνει. Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η σεξουαλική επιθυμία, η υποκειμενική διέγερση, η σωματική ανταπόκριση και η συναίνεση αποτελούν διαφορετικές, παρότι αλληλένδετες, διεργασίες. Η επιθυμία αφορά το κατά πόσο θέλουμε μια ερωτική εμπειρία. Η υποκειμενική διέγερση περιγράφει το πόσο διεγερμένοι αισθανόμαστε. Η σωματική διέγερση περιλαμβάνει τις αυτόματες φυσιολογικές αντιδράσεις των γεννητικών οργάνων. Η συναίνεση, τέλος, είναι η ελεύθερη και συνειδητή επιλογή μας να συμμετέχουμε.
Όταν το σώμα και το βίωμα δεν συμφωνούν
Στην επιστημονική βιβλιογραφία, ο βαθμός συμφωνίας ανάμεσα στη σωματική και την υποκειμενική διέγερση περιγράφεται ως σεξουαλική συμφωνία (sexual concordance). Η συμφωνία αυτή δεν είναι απόλυτη. Το σώμα μπορεί να παρουσιάσει μια αυτόματη αντίδραση σε ένα άγγιγμα ή σε ένα σεξουαλικό ερέθισμα, χωρίς το άτομο να αισθάνεται επιθυμία, ευχαρίστηση ή συναισθηματική εμπλοκή.
Αυτό συμβαίνει επειδή ορισμένες σωματικές αποκρίσεις λειτουργούν σε σημαντικό βαθμό αντανακλαστικά. Δεν αποτελούν συνειδητή απόφαση ούτε αξιόπιστη δήλωση των πραγματικών επιθυμιών μας. Η σωματική ανταπόκριση δεν ακυρώνει την άρνηση, τη δυσφορία ή το αίσθημα παραβίασης.
Ισχύει, όμως, και το αντίστροφο. Κάποιος μπορεί να επιθυμεί πραγματικά τη σεξουαλική επαφή και να αισθάνεται έλξη, αλλά το σώμα του να μην ανταποκρίνεται όπως θα περίμενε. Το άγχος, η κούραση, η πίεση για επίδοση, οι ορμονικές μεταβολές, ορισμένα φάρμακα και προβλήματα υγείας μπορούν να επηρεάσουν τη στύση ή τη λίπανση, χωρίς αυτό να σημαίνει απουσία επιθυμίας.
Η σωματική ανταπόκριση δεν αποτελεί συναίνεση
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή γύρω από τη σεξουαλικότητα εξακολουθεί να υπάρχει ο μύθος ότι «το σώμα δεν λέει ψέματα». Στην πραγματικότητα, το σώμα δεν επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει τη συναίνεση. Μόνο το ίδιο το άτομο μπορεί να εκφράσει αν θέλει να συμμετέχει, αν αισθάνεται ασφαλές και αν επιθυμεί να συνεχίσει.
Φράσεις όπως «αφού ανταποκρίθηκες σωματικά, σημαίνει ότι σου άρεσε» μπορεί να προκαλέσουν έντονη πίεση, σύγχυση, ντροπή και ενοχή, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που έχουν βιώσει σεξουαλικό εξαναγκασμό ή άλλη συναφή μορφή παραβίασης. Μια ακούσια σωματική αντίδραση δεν μετατρέπει μια ανεπιθύμητη εμπειρία σε συναινετική ούτε καθιστά το άτομο υπεύθυνο για όσα συνέβησαν.
Να ακούμε το άτομο, όχι να ερμηνεύουμε το σώμα του
Στις ερωτικές σχέσεις, η ουσιαστική επικοινωνία είναι πιο αξιόπιστη από οποιαδήποτε υπόθεση βασίζεται στη σωματική αντίδραση. Αντί να προσπαθούμε να «διαβάσουμε» το σώμα του άλλου, μπορούμε να ρωτάμε τι του αρέσει, πώς αισθάνεται και αν θέλει να συνεχίσει. Παράλληλα, είναι σημαντικό να μπορούμε να αναγνωρίζουμε και να εκφράζουμε το δικό μας βίωμα, ακόμη και όταν δεν συμφωνεί με όσα φαίνεται να κάνει το σώμα μας.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει καλύτερα τη σχέση ανάμεσα στο σώμα, την επιθυμία και τη συναίνεση, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν άγχος, ντροπή, ενοχές ή τραυματικές εμπειρίες. Στόχος δεν είναι να εξαναγκαστεί το σώμα να ανταποκριθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αλλά να καλλιεργηθεί μια πιο ασφαλής σχέση με αυτό. Μια σχέση στην οποία το προσωπικό βίωμα, οι ανάγκες και τα όρια του ανθρώπου γίνονται σεβαστά.
Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής
