«Δεν έχω διάθεση… μέχρι να ξεκινήσουμε»: Τι είναι η ανταποκρινόμενη σεξουαλική επιθυμία;

Όταν σκεφτόμαστε τη σεξουαλική επιθυμία, συνήθως τη φανταζόμαστε ως μια αυθόρμητη παρόρμηση: εμφανίζεται ξαφνικά, δημιουργεί την ανάγκη για σεξουαλική επαφή και μας ωθεί να πλησιάσουμε τον/την σύντροφό μας. Πράγματι, για ορισμένους ανθρώπους και σε ορισμένες περιόδους της ζωής, η επιθυμία λειτουργεί ακριβώς έτσι. Δεν είναι όμως ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να γεννηθεί.

Πολλοί άνθρωποι δεν αισθάνονται απαραίτητα έντονη σεξουαλική διάθεση πριν αρχίσει οποιαδήποτε ερωτική προσέγγιση. Η επιθυμία τους μπορεί να εμφανιστεί στην πορεία: μέσα από ένα φιλί, ένα άγγιγμα, μια τρυφερή στιγμή, ένα αίσθημα συναισθηματικής εγγύτητας ή ένα «πονηρό» βλέμμα. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται ανταποκρινόμενη σεξουαλική επιθυμία.

Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο μπορεί αρχικά να μη σκέφτεται το σεξ ή να μη νιώθει μια έντονη ορμή γι’ αυτό. Εφόσον, όμως, υπάρχει διάθεση να έρθει κοντά με τον/την σύντροφό του και η επαφή βιώνεται ως ασφαλής και ευχάριστη, η σεξουαλική επιθυμία ενδέχεται να αναδυθεί σταδιακά. Δηλαδή, δεν προηγείται πάντοτε η επιθυμία της διέγερσης. Ορισμένες φορές η ευχάριστη επαφή και η διέγερση είναι εκείνες που πυροδοτούν την επιθυμία.

Η απουσία αυθόρμητης διάθεσης δεν σημαίνει απαραίτητα πρόβλημα

Η σύγχυση μεταξύ αυθόρμητης και ανταποκρινόμενης επιθυμίας μπορεί να προκαλέσει περιττή ανησυχία. Για παράδειγμα: «Αφού δεν μου έρχεται αυθόρμητα, μάλλον δεν επιθυμώ πια τον/την σύντροφό μου». Ο/Η σύντροφος, αντίστοιχα, μπορεί να εκλαμβάνει την απουσία άμεσης πρωτοβουλίας ως απόρριψη ή έλλειψη έλξης.

Στην πραγματικότητα όμως, η σεξουαλική επιθυμία επηρεάζεται από πολλές παραμέτρους: το άγχος, την κούραση, τις καθημερινές υποχρεώσεις, τη συναισθηματική κατάσταση, την ποιότητα της σχέσης, την εικόνα σώματος, τις ορμονικές μεταβολές, προβλήματα υγείας ή τη λήψη ορισμένων φαρμάκων. Ιδιαίτερα στις μακροχρόνιες σχέσεις, όπου η καινοτομία μειώνεται και η καθημερινότητα καταλαμβάνει περισσότερο χώρο, η επιθυμία συχνά χρειάζεται τις κατάλληλες συνθήκες για να εμφανιστεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μείωση της επιθυμίας πρέπει να θεωρείται αμελητέα. Όταν η αλλαγή είναι επίμονη, προκαλεί δυσφορία ή συνοδεύεται από πόνο, έντονη αποστροφή, καταθλιπτική διάθεση ή δυσκολίες στη σχέση, χρειάζεται πιο προσεκτική διερεύνηση. Η ανταποκρινόμενη επιθυμία, ωστόσο, αποτελεί από μόνη της έναν φυσιολογικό τρόπο λειτουργίας και όχι ένδειξη σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

Η κατανόηση της ανταποκρινόμενης επιθυμίας μπορεί να βοηθήσει τα ζευγάρια να εγκαταλείψουν την προσδοκία ότι το σεξ πρέπει πάντοτε να ξεκινά από μια ξαφνική και έντονη παρόρμηση. Μπορούν, αντίθετα, να δημιουργούν χώρο για τρυφερότητα, παιχνίδι και επαφή χωρίς προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Όταν μειώνεται η πίεση για «επίδοση», γίνεται ευκολότερο να αναγνωριστούν οι συνθήκες μέσα στις οποίες η επιθυμία μπορεί πραγματικά να αναπτυχθεί.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για τη διερεύνηση αυτών των εμπειριών, ιδιαίτερα όταν η σεξουαλική επιθυμία συνδέεται με άγχος, ενοχές, δυσκολίες επικοινωνίας ή αρνητικές αντιλήψεις για το σώμα και τη σεξουαλικότητα. Στόχος δεν είναι να επιβάλει μια «σωστή» συχνότητα ή έναν συγκεκριμένο τρόπο επιθυμίας, αλλά να βοηθήσει το άτομο ή το ζευγάρι να κατανοήσει καλύτερα τις ανάγκες, τα όρια και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να βιώσει οικειότητα και απόλαυση.

 

Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής