Υπάρχουν διαφωνίες στις οποίες ένα ζευγάρι μπορεί να συναντηθεί κάπου στη μέση. Μπορεί να διαπραγματευτεί πού θα ζήσει, πώς θα μοιράσει τις υποχρεώσεις ή πώς θα οργανώσει τα οικονομικά του. Στο ερώτημα, όμως, της απόκτησης ενός παιδιού δεν υπάρχει πραγματικός συμβιβασμός. Δεν μπορεί κανείς να γίνει «λίγο» γονέας ούτε να αποκτήσει ένα παιδί δοκιμαστικά.
Όταν ο ένας σύντροφος επιθυμεί να γίνει γονέας και ο άλλος όχι, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο μία απόφαση. Αφορά δύο διαφορετικές εικόνες για το μέλλον. Για τον έναν, μια ζωή χωρίς παιδί μπορεί να μοιάζει ελλιπής. Για τον άλλον, η γονεϊκότητα μπορεί να βιώνεται ως μια ζωή που δεν επέλεξε. Και οι δύο θέσεις μπορεί να είναι εξίσου ειλικρινείς και έγκυρες.
«Ίσως αργότερα αλλάξει γνώμη»
Πολλά ζευγάρια αποφεύγουν για χρόνια αυτή τη συζήτηση, ελπίζοντας ότι ο χρόνος θα λύσει το πρόβλημα. Ο ένας περιμένει ότι ο άλλος θα «ωριμάσει» και θα θελήσει παιδί. Ο άλλος πιστεύει ότι η επιθυμία για γονεϊκότητα θα υποχωρήσει. Η αναβολή προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, αλλά συχνά δημιουργεί θυμό, αγωνία και αίσθημα εξαπάτησης, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν χρονικά ή βιολογικά όρια.
Πριν θεωρηθεί η διαφωνία οριστική, χρειάζεται να διερευνηθεί τι ακριβώς σημαίνει η απάντηση του καθενός. Το «δεν θέλω παιδί» εκφράζει μια σταθερή επιλογή ζωής ή φόβο για την ευθύνη, την οικονομική ασφάλεια και την απώλεια ελευθερίας; Αντίστοιχα, το «θέλω παιδί» αποτελεί βαθιά προσωπική επιθυμία ή συνδέεται κυρίως με οικογενειακές πιέσεις, κοινωνικές προσδοκίες και τον φόβο μιας μελλοντικής μοναξιάς;
Η διερεύνηση δεν έχει σκοπό να αποδείξει ότι κάποιος «κατά βάθος» θέλει κάτι διαφορετικό. Βοηθά απλώς να ξεχωρίσει μια σταθερή επιθυμία από την αμφιθυμία ή τον φόβο.
Όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση
Κανείς δεν θα πρέπει να πιεστεί να γίνει γονέας για να μη χάσει τη σχέση. Ένα παιδί δεν μπορεί να αποτελέσει παραχώρηση προς τον σύντροφο. Αντίστοιχα, δεν είναι δίκαιο κάποιος να εγκαταλείψει σιωπηλά μια βαθιά επιθυμία για γονεϊκότητα με την ελπίδα ότι δεν θα το μετανιώσει. Και στις δύο περιπτώσεις, η «θυσία» μπορεί αργότερα να μετατραπεί σε πικρία και να χρεωθεί είτε στον σύντροφο είτε στο παιδί.
Χρειάζεται, επομένως, μια δύσκολη αλλά καθαρή συζήτηση: «Αν τίποτα δεν αλλάξει, μπορώ πραγματικά να επιλέξω αυτή τη ζωή χωρίς να περιμένω ότι κάποτε θα γίνεις διαφορετικός;». Μερικές φορές το ζευγάρι ανακαλύπτει κοινό έδαφος. Άλλες φορές αναγνωρίζει ότι, παρά την αγάπη, οι επιθυμίες του για τη ζωή είναι ασύμβατες. Ένας χωρισμός σε μια τέτοια περίπτωση δεν σημαίνει ότι η σχέση απέτυχε. Μπορεί να σημαίνει ότι και οι δύο αντιμετώπισαν έντιμα μια πραγματικότητα που δεν μπορούσε να λυθεί χωρίς να ακυρωθεί ένας από τους δύο.
Η συμβουλευτική ζεύγους δεν έχει στόχο να πείσει κάποιον να αποκτήσει ή να μην αποκτήσει παιδί. Μπορεί να δημιουργήσει τον χώρο ώστε οι σύντροφοι να ξεχωρίσουν την επιθυμία από τον φόβο, να μιλήσουν χωρίς πίεση και να πάρουν μια συνειδητή απόφαση. Κάποιες φορές βοηθά ένα ζευγάρι να βρει κοινό μέλλον και άλλες φορές το βοηθά να αποχαιρετήσει με σεβασμό το μέλλον που είχε φανταστεί μαζί.
Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής
