Σεξουαλική αυτοεκτίμηση: Πώς νιώθουμε για την ερωτική πτυχή του εαυτού μας;

Όταν ακούμε τη λέξη «αυτοεκτίμηση», συνήθως σκεφτόμαστε τη γενικότερη εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Υπάρχει, όμως, και μια πιο συγκεκριμένη πλευρά της: η σεξουαλική αυτοεκτίμηση (sexual esteem), δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αξιολογούμε τον εαυτό μας ως σεξουαλικό ον.

Η σεξουαλική αυτοεκτίμηση δεν αφορά μόνο το αν θεωρούμε το σώμα μας ελκυστικό. Περιλαμβάνει το κατά πόσο αισθανόμαστε άξιοι επιθυμίας, τρυφερότητας και απόλαυσης, αν μπορούμε να αναγνωρίζουμε και να εκφράζουμε τις ανάγκες μας, αν εμπιστευόμαστε το σώμα μας και αν νιώθουμε ότι έχουμε δικαίωμα να θέτουμε όρια. Με άλλα λόγια, αφορά τη συνολική σχέση που έχουμε με τον ερωτικό μας εαυτό.

Δεν γεννιόμαστε με μια έτοιμη εικόνα
Η σεξουαλική αυτοεκτίμηση διαμορφώνεται μέσα από τις εμπειρίες μας και το κοινωνικό περιβάλλον. Τα πρότυπα ομορφιάς, οι αντιλήψεις γύρω από το φύλο, τα μηνύματα της οικογένειας, η πορνογραφία, οι προηγούμενες σχέσεις και οι αντιδράσεις των συντρόφων μας επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε να βλέπουμε το σώμα και τη σεξουαλικότητα μας.

Ένα άτομο που έχει δεχτεί επανειλημμένα κριτική για την εμφάνισή του μπορεί να αρχίσει να πιστεύει ότι δεν είναι επιθυμητό. Κάποιος που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η σεξουαλικότητα παρουσιαζόταν ως ντροπή ή κίνδυνος μπορεί να αισθάνεται ενοχές για τις επιθυμίες του. Αντίστοιχα, άνθρωποι των οποίων η ταυτότητα φύλου ή/και ο σεξουαλικός προσανατολισμός έχει αμφισβητηθεί ενδέχεται να δυσκολεύονται να βιώσουν τον εαυτό τους ως αποδεκτό και αυθεντικό σε ερωτικό/σεξουαλικό επίπεδο.

Επίσης, οι κοινωνικές προσδοκίες συχνά λειτουργούν ως ένας αόρατος καθρέφτης. Αντί να αναρωτιόμαστε «τι μου αρέσει;» ή «πώς αισθάνομαι;», μπορεί να σκεφτόμαστε «είμαι αρκετά ελκυστικός;», «αποδίδω καλά;» ή «τι σκέφτεται ο άλλος για το σώμα μου;». Έτσι, η προσοχή μεταφέρεται από την εμπειρία και την απόλαυση προς την αυτοπαρατήρηση και την αξιολόγηση.

Όταν η ερωτική επαφή γίνεται πεδίο εξέτασης
Η χαμηλή σεξουαλική αυτοεκτίμηση μπορεί να εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Κάποιοι άνθρωποι αποφεύγουν την ερωτική επαφή επειδή φοβούνται ότι θα κριθούν ή θα απορριφθούν. Άλλοι επικεντρώνονται υπερβολικά στην «επίδοσή» τους, δυσκολεύονται να αφεθούν ή αισθάνονται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν την ερωτική τους αξία.

Μπορεί επίσης να δυσκολεύονται να ζητήσουν αυτό που επιθυμούν, να προσποιούνται ευχαρίστηση ή να συμφωνούν σε πράγματα που δεν θέλουν, από φόβο μήπως απογοητεύσουν τον σύντροφό τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανάγκη για αποδοχή μπορεί να γίνει ισχυρότερη από την επαφή με τις προσωπικές ανάγκες και τα όρια.

Η υψηλή σεξουαλική αυτοεκτίμηση, αντίθετα, δεν σημαίνει ότι κάποιος αισθάνεται πάντοτε ελκυστικός, κάνει συχνά σεξ ή δεν βιώνει ποτέ ανασφάλεια. Σημαίνει ότι μπορεί να αναγνωρίζει την αξία του χωρίς να την εξαρτά αποκλειστικά από την εμφάνιση, τη σεξουαλική επίδοση ή την επιβεβαίωση των άλλων. Μπορεί να λέει τόσο «ναι» όσο και «όχι», να επικοινωνεί τις επιθυμίες του και να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες θετικά.

Μια σχέση που μπορεί να αλλάξει
Η σεξουαλική αυτοεκτίμηση δεν αποτελεί ένα σταθερό χαρακτηριστικό. Μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τη σχέση, τη φάση της ζωής, την κατάσταση της υγείας και τις εν γένει ερωτικές εμπειρίες. Μια ασφαλής ερωτική σχέση μπορεί να την ενισχύσει, ενώ η κριτική, η απόρριψη, η παραβίαση ορίων ή μια τραυματική εμπειρία μπορεί να την κλονίσουν.

Η καλλιέργειά της ξεκινά όταν στρέφουμε την προσοχή από το «πώς φαίνομαι στα μάτια του άλλου» προς το «πώς αισθάνομαι μέσα στο σώμα μου». Περιλαμβάνει την αναγνώριση των επιθυμιών και των ορίων μας, την αμφισβήτηση μη ρεαλιστικών προτύπων και την αποδοχή ότι η σεξουαλικότητα δεν αποτελεί εξέταση στην οποία πρέπει να επιτύχουμε.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για να διερευνηθούν οι εμπειρίες, οι πεποιθήσεις και τα κοινωνικά μηνύματα που έχουν διαμορφώσει τη σεξουαλική εικόνα του εαυτού. Στόχος δεν είναι η δημιουργία μιας «τέλειας» εικόνας (άλλωστε τι σημαίνει «τέλειο» σε σχέση με κάθε τι ανθρώπινο;), αλλά μιας πιο αυθεντικής και συμπονετικής σχέσης με το σώμα, την επιθυμία και τα προσωπικά όρια.

 

Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής