«Αν με αγαπούσε πραγματικά, θα καταλάβαινε χωρίς να πω κάτι». Η σκέψη αυτή εμφανίζεται συχνά στις συντροφικές σχέσεις. Περιμένουμε από τον άλλον να αντιληφθεί ότι χρειαζόμαστε μια αγκαλιά, ότι είμαστε κουρασμένοι, ότι θέλουμε βοήθεια ή ότι μια συγκεκριμένη συμπεριφορά μάς έχει πληγώσει. Όταν δεν το κάνει, δεν βιώνουμε απλώς απογοήτευση. Μπορεί να θεωρήσουμε ότι η αδυναμία του να μαντέψει την ανάγκη μας αποτελεί απόδειξη αδιαφορίας.
Πίσω από τη φράση «δεν θέλω να το ζητήσω» κρύβεται συχνά μια βαθύτερη επιθυμία: να αισθανθούμε ότι ο σύντροφός μας γνωρίζει, μας προσέχει και μας φροντίζει αυθόρμητα. Αν χρειαστεί να εξηγήσουμε τι θέλουμε, μπορεί να φοβόμαστε ότι η ανταπόκρισή του δεν θα είναι πλέον αυθεντική, αλλά θα γίνεται μόνο επειδή του το ζητήσαμε.
Ο σύντροφος δεν μπορεί να διαβάσει τη σκέψη μας
Η οικειότητα βοηθά δύο ανθρώπους να αναγνωρίζουν ευκολότερα ο ένας τα συναισθήματα και τις συνήθειες του άλλου. Δεν τους προσφέρει, όμως, τη δυνατότητα να γνωρίζουν πάντοτε τι σκέφτεται ή τι χρειάζεται ο σύντροφός τους. Ακόμη και άνθρωποι που αγαπιούνται μπορεί να αντιλαμβάνονται εντελώς διαφορετικά την ίδια κατάσταση.
Κάποιος μπορεί να εκφράζει την αγάπη του προσφέροντας πρακτική βοήθεια, ενώ ο σύντροφός του χρειάζεται λεκτική επιβεβαίωση. Ο ένας μπορεί να θεωρεί ότι προσφέρει χώρο σε έναν άνθρωπο που φαίνεται στενοχωρημένος, ενώ εκείνος βιώνει αυτή την απόσταση ως εγκατάλειψη. Το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα η απουσία αγάπης, αλλά το γεγονός ότι οι δύο άνθρωποι χρησιμοποιούν διαφορετικούς τρόπους φροντίδας.
Οι σιωπηρές προσδοκίες δημιουργούν συχνά μια δοκιμασία την οποία ο άλλος δεν γνωρίζει ότι δίνει. Περιμένουμε να κάνει το «σωστό», χωρίς να του έχουμε εξηγήσει τι σημαίνει σωστό για εμάς. Όταν αποτυγχάνει, θυμώνουμε, αποσυρόμαστε ή απαντάμε «τίποτα» στην ερώτηση «τι έχεις;», ελπίζοντας ότι θα επιμείνει αρκετά ώστε να το ανακαλύψει.
Το να ζητάμε δεν ακυρώνει την αγάπη
Η σαφής επικοινωνία δεν κάνει μια πράξη φροντίδας λιγότερο αληθινή. Αν πούμε «σήμερα χρειάζομαι να με ακούσεις χωρίς να μου δώσεις λύση», δίνουμε στον σύντροφό μας την ευκαιρία να ανταποκριθεί ουσιαστικά. Η αγάπη δεν αποδεικνύεται από το αν μάντεψε σωστά, αλλά από το πώς αντιμετωπίζει την ανάγκη μας όταν αυτή εκφραστεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπενθυμίζουμε συνεχώς τα ίδια ή να αποδεχόμαστε την αδιαφορία. Αν μια ανάγκη έχει εκφραστεί καθαρά και επανειλημμένα αλλά αγνοείται, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη επικοινωνίας. Είναι η απουσία ανταπόκρισης.
Στόχος δεν είναι να χαθεί ο αυθορμητισμός, αλλά να πάψει η σχέση να στηρίζεται σε σιωπηρές δοκιμασίες. Η πραγματική οικειότητα δεν είναι να μη χρειάζεται ποτέ να εξηγήσουμε τον εαυτό μας, αλλά να μπορούμε να τον εκφράζουμε και να βρίσκουμε απέναντί μας κάποιον πρόθυμο να τον ακούσει.
Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής
