Είναι τελικά η επιθυμία «άμυνα στην απόλαυση»;

«Η επιθυμία είναι μία άμυνα, μία άμυνα για να μην ξεπεραστεί ένα όριο στην απόλαυση». Η φράση του Ζακ Λακάν, του διάσημου Γάλλου ψυχαναλυτή ψυχιάτρου (1901-1981), μοιάζει αρχικά παράδοξη. Πώς είναι δυνατόν η επιθυμία, που μας κινεί προς την απόλαυση, να λειτουργεί ταυτόχρονα ως άμυνα απέναντί της;

Κι όμως, αν παρατηρήσουμε προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο ερωτευόμαστε, επιθυμούμε και σχετιζόμαστε, η αντίφαση αυτή αρχίζει να αποκτά νόημα.

Η επιθυμία συχνά γεννιέται γύρω από κάτι που λείπει. Θέλω αυτό που δεν έχω, φαντάζομαι αυτό που δεν έχει συμβεί, περιμένω αυτόν που δεν είναι διαθέσιμος, αναζητώ την επιβεβαίωση εκεί όπου δεν μου δίνεται ολοκληρωτικά. Η προσμονή, η φαντασίωση και το «θα μπορούσε να γίνει» δημιουργούν έναν ψυχικό χώρο μέσα στον οποίο η επιθυμία μπορεί να παραμένει ζωντανή.

Η πραγματική απόλαυση, όμως, είναι διαφορετική. Γιατί η απόλαυση απαιτεί να βρεθούμε αντιμέτωποι με το πραγματικό. Με το σώμα του άλλου, με το δικό μας σώμα, με την εγγύτητα, την έκθεση, την αβεβαιότητα, αλλά και με το ενδεχόμενο ότι αυτό που τόσο πολύ φανταστήκαμε μπορεί τελικά να μη μας ικανοποιήσει όπως περιμέναμε.

Στη σεξουαλικότητα αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές.

Μπορεί να επιθυμούμε έντονα έναν άνθρωπο όσο βρίσκεται μακριά μας, ενώ όταν η πραγματική οικειότητα πλησιάζει να εμφανίζονται άγχος, αναστολή ή δυσκολία να αφεθούμε. Μπορεί να επιδιώκουμε διαρκώς την κατάκτηση, αλλά όταν ο άλλος γίνει πραγματικά διαθέσιμος, το ενδιαφέρον να μειώνεται. Ή μπορεί να παραμένουμε προσκολλημένοι σε μια φαντασίωση, επειδή η φαντασίωση είναι ασφαλέστερη από την πραγματική συνάντηση.

Δεν σημαίνει ότι κάθε ανεκπλήρωτη επιθυμία αποτελεί «άμυνα». Ούτε ότι η επιθυμία είναι κάτι παθολογικό. Αντίθετα, η επιθυμία είναι βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ψυχικής και σεξουαλικής ζωής. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο τι κάνουμε με αυτήν.

Μερικές φορές επιθυμούμε για να κινηθούμε προς τον άλλον. Άλλες φορές, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, επιθυμούμε για να μη χρειαστεί ποτέ να φτάσουμε πραγματικά κοντά του.

Και τότε η απόσταση γίνεται απαραίτητη.

Το «θέλω να με θέλει» μπορεί να γίνει σημαντικότερο από το «θέλω να είμαι μαζί του». Το «να με επιλέξει» μπορεί να υπερισχύσει του «μου αρέσει πραγματικά αυτό που ζούμε». Η προσδοκία μπορεί να γίνει πιο έντονη από την ίδια τη σχέση.

Στη θεραπευτική δουλειά, επομένως, έχει αξία να μη ρωτάμε μόνο «τι επιθυμείς;», αλλά και «τι θα συνέβαινε αν αυτό που επιθυμείς γινόταν πραγματικότητα;»

Εκεί πολλές φορές ανοίγει μια διαφορετική πόρτα.

Γιατί πίσω από την επιθυμία μπορεί να υπάρχει ο φόβος της απόρριψης, της έκθεσης, της απώλειας του ελέγχου ή ακόμη και της πραγματικής εγγύτητας. Και τότε δεν φοβόμαστε μόνο μήπως δεν αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε. Μπορεί να φοβόμαστε και το αντίθετο: μήπως το αποκτήσουμε και χρειαστεί πλέον να το ζήσουμε.

Η ωριμότητα στη σεξουαλικότητα δεν βρίσκεται στο να επιθυμούμε λιγότερο, βρίσκεται στο να μπορούμε να αντέχουμε περισσότερο αυτό που η επιθυμία φέρνει μαζί της: την εγγύτητα, την αβεβαιότητα, την έκθεση και, κυρίως, την πραγματική απόλαυση.

Γιατί άλλο είναι να κυνηγάμε διαρκώς αυτό που μας λείπει και άλλο να μπορούμε να σταθούμε απέναντι σε αυτό που έχουμε.

Και κάπου ανάμεσα στην επιθυμία και την απόλαυση βρίσκεται ένα από τα πιο ουσιαστικά ερωτήματα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας:

Θέλω πραγματικά αυτό που επιθυμώ ή έχω μάθει να επιθυμώ αυτό που με κρατά ασφαλή από το να το ζήσω;

 

Κακούρου Άρτεμις Αναστασία, Ψυχολόγος MSc, Επιστημονική Συνεργάτις Ι.Ψ.Σ.Υ.