Γνωρίστηκαν σε ένα μπαρ Κυριακή βράδυ. Εκείνος έγειρε κοντά της για να της μιλήσει, καθώς η μουσική ακουγόταν δυνατά. Γέλασαν, αντάλλαξαν βλέμματα, έφυγαν μαζί. Στο σπίτι, τα φιλιά έγιναν χάδια και η επιθυμία σεξουαλική επαφή. Το πρωί εκείνος ντύθηκε βιαστικά για τη δουλειά. Τη φίλησε στην πόρτα. Εκείνη χαμογέλασε, έφτιαξε καφέ και κοίταξε το κινητό της. Το μεσημέρι το ξανακοίταξε. Το βράδυ του έστειλε: «Πώς πήγε η μέρα σου;». Δεν απάντησε. Ούτε την επομένη ημέρα. Ούτε αργότερα.
Τις πρώτες ώρες σκέφτηκε ότι θα είχε δουλειά. Μετά αναρωτήθηκε αν έπρεπε να είχε περιμένει να στείλει εκείνος. Ξαναδιάβασε το μήνυμά της, μήπως είχε φανεί πιεστική. Ύστερα, άρχισε να σκέφτεται την προηγούμενη νύχτα: «Μήπως δεν του άρεσα; Μήπως έκανα κάτι που τον ξενέρωσε;». Χωρίς να έχει ακούσει τίποτα από εκείνον, άρχισε να βρίσκει ελαττώματα στον εαυτό της.
Το ghosting, δηλαδή η αιφνίδια διακοπή επικοινωνίας χωρίς εξήγηση, αφήνει τον άλλον να καταλάβει μόνος του ότι η γνωριμία τελείωσε. Μια καθυστερημένη απάντηση δεν αρκεί για να μιλήσουμε για εξαφάνιση. Όταν, όμως, οι προσπάθειες επικοινωνίας αγνοούνται σταθερά, η σιωπή γίνεται ένας τρόπος αποχώρησης.
Γιατί μπορεί να πονέσει τόσο μια γνωριμία που κράτησε ελάχιστα; Επειδή η έλλειψη εξήγησης αφήνει χώρο για πολλές, συχνά επώδυνες, υποθέσεις. Σύμφωνα με έρευνα του 2023, άνθρωποι που ανακάλεσαν εμπειρία ghosting ανέφεραν χαμηλότερη ικανοποίηση βασικών ψυχολογικών αναγκών από εκείνους που ανακάλεσαν μια ξεκάθαρη απόρριψη. Η αυτοεκτίμηση, η αίσθηση ελέγχου και το αίσθημα ότι ανήκουμε κάπου μπορούν να κλονιστούν, ακόμη κι όταν δεν έχει προηγηθεί μακροχρόνια σχέση.
Μετά τη σεξουαλική επαφή, τα ερωτήματα στρέφονται εύκολα προς το σώμα και τη σεξουαλική ανταπόκριση. «Με είδε γυμνή και δεν του άρεσε το σώμα μου». Αυτή η σκέψη ακούγεται σαν εξήγηση, αλλά παραμένει υπόθεση. Το γεγονός ότι κάποιος απομακρύνθηκε μετά τη σεξουαλική επαφή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι απομακρύνθηκε εξαιτίας της. Πολύ περισσότερο, δεν αποτελεί μέτρο της ελκυστικότητας ή της αξίας του ανθρώπου που άφησε πίσω.
Τα κίνητρα πίσω από μια ξαφνική απομάκρυνση δεν είναι πάντα ορατά. Σε πειραματική μελέτη του 2024, ορισμένοι συμμετέχοντες επέλεγαν τη διακοπή της επικοινωνίας πιστεύοντας ότι έτσι θα προκαλούσαν λιγότερο πόνο απ’ ό,τι με μια ευθεία απόρριψη. Η πρόθεση, όμως, δεν συμπίπτει πάντα με το αποτέλεσμα. Η αποφυγή μιας άβολης συζήτησης μπορεί να αφήσει τον άλλον να στέκεται για ημέρες μπροστά σε ένα κενό, προσπαθώντας να δώσει νόημα στη σιωπή.
Η σεξουαλική επαφή δεν συνεπάγεται αμοιβαία πρόθεση για συναισθηματική δέσμευση ή συνέχιση της γνωριμίας. Η σαφής επικοινωνία των προθέσεων, ωστόσο, περιορίζει την αβεβαιότητα και επιτρέπει στον άλλον να διαμορφώσει ρεαλιστικές προσδοκίες, διευκολύνοντας τη συναισθηματική διαχείριση της απόρριψης.
Μια ερωτική επαφή μπορεί να μην έχει συνέχεια, ακόμη κι αν εκείνη τη στιγμή υπήρξε έλξη, συναίνεση και απόλαυση. Η επιθυμία δεν επιβεβαιώνεται εκ των υστέρων από ένα μήνυμα, ούτε ακυρώνεται από την απουσία του. Όταν η επικοινωνία σταματά απότομα, ο νους συχνά προσπαθεί να συμπληρώσει τα κενά: επιστρέφει σε βλέμματα, λέξεις, κινήσεις, αναζητώντας μια αιτία εκεί όπου μπορεί απλώς να υπήρξαν διαφορετικές προσδοκίες.
Όμως, εκείνη η Κυριακή, δεν χρειάζεται να γραφτεί ως ένα λάθος. Κι αν παρόλα αυτά το κινητό έμεινε σιωπηλό, η σιωπή δεν έχει την εξουσία να ορίσει την αξία εκείνης που περίμενε απάντηση…
Ειρήνη Στεφάνου
Ψυχολόγος BSc, ΕΚΠΑ
Υποψήφια MSc στη Συμβουλευτική Ψυχολογία, ΕΚΠΑ
