Το άγχος μου: Ο τρίτος στη σχέση μας

«Έχεις κάτι μαζί μου;» τον ρωτά καθώς τρώνε. «Όχι, είμαι κουρασμένος». Για λίγο ησυχάζει. Όταν όμως εκείνος χαμηλώνει το βλέμμα, η αμφιβολία επιστρέφει. «Τότε γιατί δεν μιλάς;». Δεν θέλει να τον πιέσει. Θέλει να σταματήσει εκείνο το σφίξιμο που μετατρέπει μια ήσυχη βραδιά σε αναζήτηση εξηγήσεων. Κι όσο περισσότερο προσπαθεί να βεβαιωθεί ότι δεν συμβαίνει τίποτα, τόσο δυσκολεύεται να ακούσει την απάντησή του.

Το άγχος δεν εκφράζεται πάντα με ταχυκαρδία ή αϋπνία. Μερικές φορές εμφανίζεται ως ανάγκη να συζητηθεί ξανά κάτι που έχει ήδη απαντηθεί. Ως προσεκτική παρατήρηση του τόνου της φωνής, ως υπερανάλυση ενός μηνύματος, ως δυσκολία να μείνει μια διαφωνία ανοιχτή μέχρι αύριο. Όταν αυτό επαναλαμβάνεται, η προσπάθεια να νιώσει κανείς ασφαλής μπορεί να καταλαμβάνει περισσότερο χώρο από την ίδια τη συντροφικότητα.

Πίσω από αυτή την επιμονή βρίσκεται συχνά η δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας. Το «δεν ξέρω γιατί είναι σκεπτικός», μετατρέπεται εύκολα σε «κάτι έχει αλλάξει μεταξύ μας». Η διαβεβαίωση φέρνει ανακούφιση, αλλά για λίγο. Σύντομα εμφανίζεται μια καινούργια λεπτομέρεια που χρειάζεται ερμηνεία. Έτσι, το άτομο μπορεί να αρχίσει να στηρίζεται όλο και περισσότερο στις απαντήσεις του συντρόφου για να διαχειριστεί την εσωτερική του ένταση.

Μελέτη του 2024, στην οποία συμμετείχαν 112 άτομα με κλινικά σημαντικό άγχος, ανέδειξε ένα ενδιαφέρον εύρημα: η μεγαλύτερη προσαρμογή των συντρόφων στις ανάγκες που σχετίζονταν με το άγχος, συνδεόταν με εντονότερη ανησυχία, αλλά παράλληλα και με μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη συντροφική σχέση. Η συχνότερη μορφή αυτής της προσαρμογής ήταν η επαναλαμβανόμενη παροχή διαβεβαιώσεων. Φαίνεται, επομένως, ότι μια συμπεριφορά που εκλαμβάνεται ως ένδειξη αγάπης και υποστήριξης μπορεί να συνυπάρχει με την επίμονη ανάγκη για επιβεβαίωση, χωρίς απαραίτητα να συμβάλλει στη διαχείριση του άγχους. Τα ευρήματα δεν υποδηλώνουν ότι ο σύντροφος ευθύνεται για την ανησυχία, αλλά αναδεικνύουν τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη συναισθηματική υποστήριξη και στη διαρκή αναζήτηση καθησυχασμού.

Αντίστοιχα, έρευνα του 2025, στην οποία συμμετείχαν 185 ενήλικες με αγχώδεις διαταραχές, ανέδειξε ότι η δυσκολία διαχείρισης της αβεβαιότητας συνδεόταν με χαμηλότερη ποιότητα συντροφικής σχέσης, κυρίως με μειωμένη ικανοποίηση και μεγαλύτερη δυσκολία συμφωνίας σε σημαντικά ζητήματα του ζευγαριού. Αξιοσημείωτο είναι ότι η συνολική ένταση των συμπτωμάτων άγχους δεν παρουσίασε αντίστοιχη στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την ποιότητα της σχέσης. Το εύρημα αναδεικνύει ότι, πέρα από το ίδιο το άγχος, σημασία ενδέχεται να έχει η δυσκολία του ατόμου να αποδεχτεί όσα δεν μπορεί να γνωρίζει ή να ελέγξει μέσα στη συντροφική του σχέση.

Στην καθημερινότητα, είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε τι πραγματικά βρίσκεται πίσω από την ανάγκη για μια ακόμη ερώτηση: η αναζήτηση μιας πληροφορίας που δεν έχει δοθεί ή η προσπάθεια να καταλαγιάσει μια ανησυχία που επιμένει; Η διάκριση αυτή βοηθά το άτομο να αντιλαμβάνεται πότε ανταποκρίνεται σε μια πραγματική δυσκολία και πότε παρασύρεται από υποθετικά σενάρια που τροφοδοτούνται από το άγχος. Η σταδιακή αναγνώριση και διαχείριση αυτών των μοτίβων μπορεί να περιορίσει την ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση, ενισχύοντας την ουσιαστική επικοινωνία και τη συναισθηματική σύνδεση μέσα στη σχέση.

Ειρήνη Στεφάνου

Ψυχολόγος BSc, ΕΚΠΑ

Υποψήφια MSc στη Συμβουλευτική Ψυχολογία, ΕΚΠΑ