«Όσα φανταζόμαστε αλλά δεν θα κάναμε ποτέ»

Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις αποτελούν ένα φυσιολογικό και ιδιαίτερα σύνθετο κομμάτι της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Είναι εσωτερικά σενάρια, εικόνες, σκέψεις ή ιστορίες που μπορεί να προκαλούν ερωτική διέγερση, επιθυμία ή συναισθηματική φόρτιση. Μπορεί να αφορούν έναν σύντροφο, ένα άγνωστο πρόσωπο, μια προηγούμενη εμπειρία, ένα φανταστικό σενάριο ή ακόμη και κάτι που το άτομο δεν θα επιθυμούσε ποτέ να πραγματοποιήσει στην πραγματικότητα. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αρχές της σύγχρονης σεξολογίας: η φαντασίωση δεν ταυτίζεται με την επιθυμία και η επιθυμία δεν ταυτίζεται με τη συμπεριφορά.

Πώς, όμως, δημιουργείται μια φαντασίωση στον εγκέφαλο; Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο «κέντρο της φαντασίωσης». Αντίθετα, συνεργάζεται ένα ευρύτερο νευρωνικό δίκτυο, στο οποίο συμμετέχουν συστήματα μνήμης, συναισθήματος, ανταμοιβής, σωματικής επίγνωσης και νοητικής προσομοίωσης. Το λεγόμενο «default mode network» («δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας»), μαζί με τον ιππόκαμπο, επιτρέπει στον εγκέφαλο να αποσπάται από το παρόν και να κατασκευάζει εσωτερικά σενάρια, χρησιμοποιώντας υλικό από αναμνήσεις, εμπειρίες, εικόνες, επιθυμίες και κοινωνικά ερεθίσματα. Η φαντασίωση μοιάζει έτσι με μια εσωτερική «πρόβα» ενός πιθανού ερωτικού γεγονότος: τι θα γινόταν αν; Πώς θα ένιωθα αν;

Στη συνέχεια, ενεργοποιούνται τα κυκλώματα κινήτρου και ανταμοιβής, στα οποία συμμετέχουν ντοπαμινεργικές οδοί, το κοιλιακό ραβδωτό σώμα και ο επικλινής πυρήνας, σε αλληλεπίδραση με περιοχές όπως η αμυγδαλή, ο υποθάλαμος και ο προμετωπιαίος φλοιός. Έτσι, η φαντασίωση δεν είναι απλώς μια «εικόνα»: αποκτά συναισθηματική αξία, ερωτικό νόημα και σωματική ένταση. Μπορεί να αφορά όχι μόνο ποιον θέλουμε, αλλά κυρίως πώς θέλουμε να αισθανθούμε: επιθυμητοί, κυρίαρχοι, παραδομένοι, ελεύθεροι, ασφαλείς ή απαγορευμένοι.

Παράλληλα, τα νεότερα ερευνητικά δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι οι φαντασιώσεις είναι δυναμικές. Πρόσφατη τυχαιοποιημένη μελέτη του 2026 έδειξε ότι η συστηματική ενασχόληση με σεξουαλικές φαντασιώσεις για τέσσερις εβδομάδες συνδέθηκε με αυξημένη σεξουαλική επιθυμία και απόλαυση και μείωση της σεξουαλικής δυσφορίας και των ανησυχιών για την εικόνα σώματος και τη σεξουαλική επίδοση. Οι συγγραφείς προτείνουν ότι η φαντασίωση μπορεί να μετατοπίζει την προσοχή από αρνητικές γνωστικές διεργασίες προς τη ζωντανή, συναισθηματικά θετική ερωτική εικόνα (Campos, Leal & Costa, 2026, The Journal of Sexual Medicine).

Ένα ακόμη πρόσφατο εύρημα αφορά το ποιοι άνθρωποι φαντασιώνονται συχνότερα. Σε μελέτη 5.225 ενηλίκων, με πεδίο το μοντέλο προσωπικότητας «Big Five», η υψηλότερη βαθμολογία στα χαρακτηριστικά ευσυνειδησίας και προσήνειας συνδέθηκαν με λιγότερες σεξουαλικές φαντασιώσεις.

Πιθανόν, αυτό εξηγείται ως εξής: «Επειδή έχω ισχυρό εσωτερικό προσανατολισμό προς τους κανόνες, τον σεβασμό και το τι θεωρώ αποδεκτό, ίσως λογοκρίνω περισσότερο ορισμένες σεξουαλικές μου σκέψεις και δεν τις επιτρέπω να εξελιχθούν.»

Ωστόσο, το αρνητικό συναίσθημα ιδίως το χαρακτηριστικό της καταθλιπτικής διάθεσης,  συνδέθηκε με συχνότερες φαντασιώσεις, με πιθανή ακόλουθη ερμηνεία:

«Όταν η πραγματικότητα μου δίνει λιγότερα θετικά συναισθήματα, ο εσωτερικός μου κόσμος μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου μπορώ να τα δημιουργήσω χωρίς να απαιτούνται τα ψυχικά αποθέματα της δράσης.»

Οι συσχετίσεις, ωστόσο, δεν ήταν μεγάλες και δεν επιτρέπουν αιτιολογικά συμπεράσματα. Δηλαδή, δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος «τύπος προσωπικότητας» που παράγει φυσιολογικές ή παθολογικές φαντασιώσεις (Cannoot, Moors & Chopik, 2026, PLOS ONE).

Το ίδιο σημαντικό είναι ότι πολλές φαντασιώσεις που θεωρούνται «ασυνήθιστες» είναι στην πραγματικότητα αρκετά διαδεδομένες. Σε αντιπροσωπευτική έρευνα 1.236 ενηλίκων στην Ελβετία, το 46,4% ανέφερε τουλάχιστον ένα από 13 παραφιλικά ενδιαφέροντα, ενώ μόνο ένα μικρό ποσοστό δήλωσε ότι αυτό του προκαλούσε έστω και ήπια δυσφορία. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν πόσο προβληματικός μπορεί να είναι ο απλός διαχωρισμός ανάμεσα σε «φυσιολογικό» και «μη φυσιολογικό» με αποκλειστικό κριτήριο τη συχνότητα ή τη σπανιότητα ενός φαντασιακού περιεχομένου (Baier, 2024, Journal of Psychosexual Health).

Πότε, λοιπόν, μια φαντασίωση γίνεται παθολογική;

Εδώ χρειάζεται να μετακινηθούμε από το «τι φαντασιώνεται κάποιος» στο «τι συμβαίνει εξαιτίας αυτής της φαντασίωσης». Η σύγχρονη κλινική προσέγγιση διαχωρίζει την παραφιλία από την παραφιλική διαταραχή: ένα ασυνήθιστο σεξουαλικό ενδιαφέρον δεν αποτελεί από μόνο του ψυχική διαταραχή. Η διάγνωση συνδέεται με σημαντική και επίμονη δυσφορία ή έκπτωση της λειτουργικότητας ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με πραγματική βλάβη ή κίνδυνο βλάβης προς άλλους. (American Psychiatric Association, DSM-5· World Health Organization, ICD-11).

Επομένως, η συχνότητα από μόνη της δεν αρκεί. Ούτε η ένταση, ούτε το πόσο ασυνήθιστο είναι το περιεχόμενο. Αυτό που έχει κλινική σημασία είναι αν η φαντασίωση γίνεται επίμονη και ανεξέλεγκτη, αν καταλαμβάνει δυσανάλογο χώρο στη σεξουαλική ζωή, αν προκαλεί σημαντική δυσφορία, αν δυσκολεύει τη σχέση ή τη σεξουαλική λειτουργία, αν οδηγεί σε καταναγκαστική συμπεριφορά και, κυρίως, αν μετατρέπεται σε συμπεριφορά που παραβιάζει τη συναίνεση ή δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο για άλλους.

Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να έχει έντονες, συχνές ή ακόμη και πολύ ασυνήθιστες φαντασιώσεις και να μην παρουσιάζει καμία ψυχική διαταραχή. Αντίθετα, ένας άνθρωπος μπορεί να έχει σχετικά «συνηθισμένες» φαντασιώσεις αλλά να βρίσκεται σε σημαντική δυσφορία ή να έχει χάσει τον έλεγχο της σεξουαλικής του συμπεριφοράς.

Η πιο ασφαλής επιστημονικά θέση, λοιπόν, είναι ότι δεν υπάρχουν δύο απλά κουτάκια, “φυσιολογική” και “παθολογική” φαντασίωση. Υπάρχει ένα συνεχές ανθρώπινης σεξουαλικής φαντασίας, μέσα στο οποίο το περιεχόμενο παρουσιάζει τεράστια ποικιλία. Η κλινική παθολογία αρχίζει όταν εμφανίζονται συγκεκριμένα στοιχεία: επίμονη δυσφορία, σημαντική λειτουργική έκπτωση, απώλεια ελέγχου ή παραβίαση της συναίνεσης και κίνδυνος βλάβης.

Έτσι, λοιπόν, δεν χρειάζεται να φοβόμαστε αυτό που δημιουργεί ο εγκέφαλος μέσα στη φαντασία. Χρειάζεται να κατανοούμε τι σημαίνει για το άτομο, τι ρόλο επιτελεί, αν μπορεί να το ελέγξει και, κυρίως, αν παραμένει στον ασφαλή χώρο της φαντασίας ή μετατρέπεται σε συμπεριφορά που βλάπτει τον ίδιο ή κάποιον άλλον.

Κακούρου Άρτεμις Αναστασία, Ψυχολόγος MSc, Επιστημονική Συνεργάτις Ι.Ψ.Σ.Υ.