Όταν μια σχέση δεν μας καλύπτει, η πιο συνηθισμένη συμβουλή που ακούμε είναι απλή: «Αφού δεν είσαι ευτυχισμένος-η, φύγε». Στην πράξη, όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Αν η λήξη μιας σχέσης ήταν αποκλειστικά θέμα λογικής, οι περισσότεροι χωρισμοί θα είχαν γίνει πολύ νωρίτερα. Η απόφαση να παραμείνει κανείς σε μια σχέση δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο ικανοποιημένος είναι. Επηρεάζεται από μια σειρά ψυχολογικών, συναισθηματικών και κοινωνικών παραγόντων που πολλές φορές δρουν ταυτόχρονα.
Ένας από αυτούς είναι η επένδυση που έχει ήδη γίνει στη σχέση. Χρόνια κοινής ζωής, κοινές εμπειρίες, παιδιά, φίλοι, οικονομικές υποχρεώσεις και κοινά σχέδια δημιουργούν την αίσθηση ότι ένας χωρισμός δεν σημαίνει μόνο το τέλος μιας σχέσης, αλλά και την απώλεια ενός σημαντικού μέρους της ζωής που έχει ήδη χτιστεί. Στην ψυχολογία των σχέσεων είναι γνωστό ότι όσο μεγαλύτερη είναι η επένδυση, τόσο δυσκολότερη γίνεται η αποχώρηση, ακόμη και όταν η σχέση δεν προσφέρει πλέον την ίδια ικανοποίηση.
Παράλληλα, πολλοί άνθρωποι δεν συγκρίνουν τη σχέση τους με μια ιδανική σχέση, αλλά με την προοπτική της μοναξιάς. Και για αρκετούς, η μοναξιά βιώνεται ως πιο απειλητική από μια μέτρια ή ακόμη και δυσλειτουργική σχέση. Ο φόβος ότι «δεν θα βρω κάποιον άλλο», ότι «είναι αργά να ξεκινήσω από την αρχή» ή ότι «τουλάχιστον έχω έναν άνθρωπο δίπλα μου» μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρό κίνητρο παραμονής.
Σημαντικό ρόλο παίζει και ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μάθει να σχετιζόμαστε. Άνθρωποι που δυσκολεύονται να αντέξουν την απόσταση ή την απώλεια μπορεί να παραμένουν σε σχέσεις που δεν τους εκφράζουν, όχι επειδή είναι ικανοποιημένοι, αλλά επειδή ο χωρισμός ενεργοποιεί έντονο άγχος και ανασφάλεια. Αντίστοιχα, όσοι έχουν συνδέσει την προσωπική τους αξία με τη διατήρηση μιας σχέσης μπορεί να βιώνουν τον χωρισμό ως προσωπική αποτυχία και όχι ως μια φυσική εξέλιξη.
Υπάρχει, επίσης, ένας λιγότερο προφανής μηχανισμός: η ελπίδα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μένουν επειδή πιστεύουν ότι η σχέση είναι ιδανική. Μένουν επειδή ελπίζουν ότι θα αλλάξει. Μια καλή περίοδος, μια υπόσχεση, μια σημαντική στιγμή εγγύτητας αρκεί πολλές φορές για να ανανεώσει την πεποίθηση ότι «ίσως από εδώ και πέρα να είναι διαφορετικά». Η ελπίδα είναι απαραίτητη στις ανθρώπινες σχέσεις, μπορεί όμως να γίνει παγίδα όταν υποκαθιστά τη ρεαλιστική αξιολόγηση της πραγματικότητας.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε σχέση που περνά μια δύσκολη φάση πρέπει να τελειώνει. Όλες οι μακροχρόνιες σχέσεις δοκιμάζονται. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν δυσκολίες, αλλά αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις να αντιμετωπιστούν: αμοιβαία διάθεση, σεβασμός, επικοινωνία και κοινή προσπάθεια. Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα να μην είναι γιατί οι άνθρωποι μένουν. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι είναι αυτό που τους κρατά. Είναι η αγάπη; Η κοινή ιστορία; Ο φόβος; Η ελπίδα; Η συνήθεια; Ή ένας συνδυασμός όλων αυτών; Οι ανθρώπινες σχέσεις σπάνια εξηγούνται με μία μόνο αιτία.
Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής
