«Θέλω να το λύσουμε τώρα» ή «Άσε με λίγο»;

Ένας καβγάς ξεκινά και ο ένας σύντροφος θέλει να μιλήσουν αμέσως. Κάνει ερωτήσεις, ζητά εξηγήσεις και επιμένει να βρεθεί λύση. Ο άλλος αισθάνεται ότι πιέζεται, κλείνεται και ζητά να σταματήσει η συζήτηση. Όσο απομακρύνεται, τόσο ο πρώτος τον ακολουθεί. Και όσο ο πρώτος επιμένει, τόσο ο δεύτερος θέλει να φύγει.

Εξωτερικά, ο ένας μοιάζει πιεστικός και ο άλλος αδιάφορος. Στην πραγματικότητα, μπορεί και οι δύο να προσπαθούν να προστατεύσουν τη σχέση, αλλά με εντελώς αντίθετους τρόπους.

Η προσέγγιση και η απόσυρση
Ο σύντροφος που επιδιώκει την άμεση συζήτηση συχνά δυσκολεύεται να αντέξει την αβεβαιότητα. Η απόσταση του άλλου μπορεί να βιώνεται ως απόρριψη ή απειλή εγκατάλειψης. Πιστεύει ότι, αν το ζήτημα δεν λυθεί τώρα, η σχέση κινδυνεύει. Γι’ αυτό επιμένει περισσότερο, ανεβάζει τον τόνο ή επαναλαμβάνει τα ίδια επιχειρήματα.

Ο σύντροφος που αποσύρεται μπορεί να αισθάνεται συναισθηματικά υπερφορτωμένος. Δεν απομακρύνεται απαραίτητα επειδή δεν ενδιαφέρεται, αλλά επειδή δυσκολεύεται να σκεφτεί καθαρά μέσα στην ένταση. Φοβάται ότι θα πει κάτι που θα μετανιώσει, ότι δεν θα καταφέρει να εξηγήσει τη θέση του ή ότι η συζήτηση δεν θα τελειώσει ποτέ.

Οι αντιδράσεις τους, όμως, αλληλοτροφοδοτούνται. Η πίεση επιβεβαιώνει στον έναν ότι χρειάζεται να απομακρυνθεί, ενώ η απόσυρση επιβεβαιώνει στον άλλον ότι πρέπει να πιέσει περισσότερο. Σύντομα, το αρχικό ζήτημα χάνεται και η σύγκρουση αφορά πλέον το ποιος μιλά και ποιος φεύγει.

Παύση ή σιωπηρή τιμωρία;
Η προσωρινή διακοπή μιας συζήτησης μπορεί να είναι υγιής όταν η ένταση έχει γίνει τόσο μεγάλη ώστε κανείς δεν ακούει πραγματικά. Δεν είναι, όμως, το ίδιο με το να εξαφανίζεται κάποιος, να αρνείται επ’ αόριστον την επικοινωνία ή να χρησιμοποιεί τη σιωπή για να τιμωρήσει τον σύντροφό του.

Μια λειτουργική παύση χρειάζεται σαφήνεια και επιστροφή: «Είμαι πολύ φορτισμένος για να συνεχίσω. Χρειάζομαι μισή ώρα και στις οκτώ θα το συζητήσουμε». Έτσι, ο ένας αποκτά τον χώρο που χρειάζεται, χωρίς ο άλλος να μένει σε αβεβαιότητα. Κατά τη διάρκεια της παύσης, στόχος είναι να μειωθεί η ένταση και όχι να συγκεντρώσει κάποιος περισσότερα επιχειρήματα ή να προετοιμάσει την αντεπίθεσή του.

Όταν η συζήτηση ξαναρχίσει, βοηθά να περιοριστεί σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Το «όταν απομακρύνεσαι χωρίς να μου λες αν θα επιστρέψεις, φοβάμαι ότι δεν σε νοιάζει» αποκαλύπτει περισσότερα από το «πάντα με εγκαταλείπεις». Αντίστοιχα, το «χρειάζομαι λίγο χρόνο για να μπορέσω να σε ακούσω» είναι διαφορετικό από το «δεν αντέχεσαι».

Η συμβουλευτική ζεύγους μπορεί να βοηθήσει τους συντρόφους να αναγνωρίσουν αυτόν τον κύκλο και να δουν τον φόβο που βρίσκεται πίσω από την πίεση και την απόσυρση. Στόχος δεν είναι να επικρατήσει ο τρόπος του ενός, αλλά να δημιουργηθεί ένας κοινός τρόπος διαχείρισης της έντασης: αρκετός χώρος ώστε να μπορούν να ηρεμήσουν και αρκετή ασφάλεια ώστε να γνωρίζουν ότι η συζήτηση (και η σχέση…) δεν εγκαταλείπεται.

 

Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής