Τα τελευταία χρόνια, η αυτοβελτίωση έχει αναχθεί σχεδόν σε ηθική υποχρέωση. Βιβλία, podcasts, σεμινάρια, δημόσια πρόσωπα και αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα μας υπενθυμίζουν διαρκώς ότι μπορούμε (και οφείλουμε) να γίνουμε πιο παραγωγικοί, πιο συναισθηματικά ώριμοι, πιο ελκυστικοί, πιο επιτυχημένοι. Η επιθυμία για εξέλιξη είναι βαθιά ανθρώπινη και υγιής. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αυτοβελτίωση παύει να είναι εργαλείο φροντίδας και μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης.
Μία από τις πιο ύπουλες παγίδες της αυτοβελτίωσης είναι ότι συνήθως ξεκινά από την συχνά άρρητη παραδοχή πως «δεν είμαι αρκετός όπως είμαι τώρα». Αντί να λειτουργεί ως πρόσκληση για ανάπτυξη, γίνεται μια μόνιμη εσωτερική κριτική. Κάθε επίτευγμα χάνει γρήγορα την αξία του και αντικαθίσταται από έναν νέο στόχο. Τρέχουμε συνεχώς προς μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας χωρίς ποτέ να αισθανόμαστε ότι φτάσαμε.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αυτοβελτίωση παύει να είναι επιλογή και γίνεται ταυτότητα. Ο άνθρωπος δεν «δουλεύει με τον εαυτό του», αλλά ορίζει την αξία του αποκλειστικά μέσα από αυτή τη διαδικασία. Αν δεν διαβάζει το σωστό βιβλίο, αν δεν ακολουθεί το σωστό πρόγραμμα, αν δεν εξελίσσεται με τον «σωστό» ρυθμό, βιώνει ενοχή και άγχος. Αντί για ενδυνάμωση, προκύπτει εξάντληση.
Αυτοβελτίωση, σχέσεις και σεξ
Η παγίδα αυτή επηρεάζει και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Όταν η αυτοβελτίωση γίνεται εμμονή, ο άλλος συχνά αντιμετωπίζεται όχι ως πρόσωπο αλλά ως καθρέφτης προόδου ή αποτυχίας. Οι σχέσεις μετατρέπονται σε έργα υπό συνεχή αξιολόγηση: «επικοινωνούμε αρκετά καλά;», «έχουμε αρκετή συναισθηματική επίγνωση;», «δουλεύουμε σωστά τα τραύματά μας;». Αν και η αυτογνωσία είναι σημαντική, τέτοιου είδους υπεραναλύσεις μπορούν να αφαιρέσουν τη ζωντάνια και την αυθόρμητη σύνδεση.
Κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και στον τομέα της σεξουαλικότητας. Η σύγχρονη κουλτούρα αυτοβελτίωσης έχει εισχωρήσει και εκεί, προβάλλοντας την ιδέα ότι το σεξ πρέπει διαρκώς «να βελτιώνεται»: καλύτερη επίδοση, καλύτερη τεχνική, μεγαλύτερη επίγνωση, περισσότερη επιθυμία. Το σώμα και η απόλαυση γίνονται αντικείμενα αξιολόγησης. Αντί το σεξ να αποτελεί χώρο επαφής και παρουσίας, μετατρέπεται σε ακόμα ένα πεδίο αυταπόδειξης. Το αποτέλεσμα συχνά είναι άγχος επίδοσης, αποσύνδεση από το σώμα και μείωση της πραγματικής απόλαυσης.
Αυτοβελτίωση και κίνητρα
Σε ψυχολογικό επίπεδο, η συνεχής εστίαση στη βελτίωση μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος αποφυγής. Είναι συχνά πιο εύκολο να «δουλεύουμε» ασταμάτητα με τον εαυτό μας παρά να σταθούμε με ειλικρίνεια σε δύσκολα συναισθήματα όπως η θλίψη, η μοναξιά ή το αίσθημα κενού. Η αυτοβελτίωση, τότε, γίνεται ένας κοινωνικά αποδεκτός τρόπος για να μην νιώθουμε. Μια μορφή ελέγχου που καλύπτει την ανασφάλεια αντί να τη θεραπεύει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η προσωπική ανάπτυξη είναι προβληματική καθαυτή. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι το κίνητρο. Αυτοβελτίωση που πηγάζει από περιέργεια, φροντίδα και αποδοχή διαφέρει ριζικά από αυτοβελτίωση που βασίζεται στον φόβο της ανεπάρκειας, της κοινωνικής σύγκρισης και του αυτοματισμού. Ίσως, λοιπόν, μια πιο ώριμη μορφή αυτοβελτίωσης να περιλαμβάνει και την ικανότητα να σταματάμε. Να δεχόμαστε περιόδους στασιμότητας. Να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να είναι «αρκετός» πριν γίνει καλύτερος. Στις σχέσεις, αυτό σημαίνει περισσότερη παρουσία και λιγότερη διόρθωση. Στη σεξουαλικότητα, περισσότερη αίσθηση και λιγότερη επίδοση. Στην καθημερινότητα, περισσότερη αυτο-συμπόνια και λιγότερη αυτο-επιτήρηση.
Η πραγματική ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο από το πόσο αλλάζουμε, αλλά και από το πόσο μπορούμε να μείνουμε με αυτό που ήδη είμαστε, χωρίς να θέλουμε να το «διορθώσουμε αμέσως». Και ίσως εκεί, σε αυτή τη σιωπηλή αποδοχή, να βρίσκεται μια από τις πιο ουσιαστικές μορφές αυτοβελτίωσης.
Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής
