Σκέφτηκα να γράψω το παρόν άρθρο συνδέοντας τη σημερινή εικόνα της κοινωνίας με τη δική μου, βλέποντας τη διαφορά των παιδιών μέσα σε μία οικογένεια. Οι ψυχολογικές μελέτες που αναφέρονται στη σχέση γονιών και παιδιών, προβληματίζουν αλλά και συνδέουν τον αριθμό των παιδιών με την «υγεία» της οικογένειας. Με αυτό το σκεπτικό, μεταφέρω αυτόν τον προβληματισμό στο «σήμερα» που η οικογένεια θεωρείται δύο άνθρωποι που γεννούν ένα παιδί.
Στο τότε δύο άνθρωποι γεννούσαν πάνω από ένα παιδί που ο αριθμός των παιδιών δήλωνε την αξία, την εργατικότητα και τη λειτουργικότητα αυτής της οικογένειας που μέσα στην αγροτική κοινωνία της εποχής είχε ανάγκη από περισσότερα «εργαλεία» επιβίωσης και επικράτησης. Αν το δούμε λίγο ανθρώπινα και όχι στεγνά επιστημονικά, παλιά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Οι άνθρωποι έκαναν πολλά παιδιά, όχι γιατί το είχαν σχεδιάσει, αλλά γιατί έτσι ερχόταν η ζωή. Δεν υπήρχαν μέσα προφύλαξης, δεν υπήρχε αυτή η αυστηρή οριοθέτηση που έχουμε σήμερα. Αφήνονταν περισσότερο στη ροή.
Και, βέβαια, η Ελλάδα ήταν μια αγροτική χώρα. Τα παιδιά δεν ήταν μόνο παιδιά, ήταν και «χέρια». Σε χωριά και νησιά έβλεπες οικογένειες με οκτώ και δέκα παιδιά. Και αυτά τα παιδιά, από πολύ μικρά, συμμετείχαν στη ζωή της οικογένειας. Θυμάμαι, μικρός, εικόνες παιδιών στην ηλικία των δέκα ετών να κουβαλούν βάρη, να δουλεύουν, να μπαίνουν νωρίς στον ρόλο του «μεγάλου». Δεν υπήρχε το περιθώριο της παιδικότητας όπως το εννοούμε σήμερα.
Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Και μαζί με αυτά, άλλαξε και το νόημα του πόσα παιδιά κάνει μια οικογένεια.
Στις σύγχρονες οικογένειες πολλές φορές το ένα παιδί γίνεται το «όλο», το μοναδικό και το ιδανικό. Έτσι δημιουργείται μία απόλυτη σχέση εξάρτησης και ελέγχου που υπερτροφοδοτεί την υπερπροστασία και τη συνεχή παρέμβαση. Όλη η επένδυση, όλη η προσοχή, όλη η αγωνία πέφτει πάνω του. Το παιδί κλέβει την παράσταση των δύο γονιών ως συντρόφων και διαχειριστών της ζωής τους και αποτελεί μια συνεχή νεύρωση φοβίας και ανασφάλειας για το «σωστό» μεγάλωμα του.
Το παιδί γίνεται το κέντρο της ζωής μας που εμείς έχουμε χαθεί και δεν το ξέρουμε μεταξύ μας και όταν αυτό το παιδί μεγαλώσει και αναζητήσει την δική του πορεία, εμείς γινόμαστε τροχοπέδη του, μην κατανοώντας το, το εγκλωβίζουμε σε έναν ρόλο «γέφυρας» στο δικό μας προσωπικό κενό.
Η γέννηση ενός δεύτερου παιδιού σπάει αυτή την απόλυτη καθηλωτική σύνδεση δημιουργώντας πρωτοβουλίες και συμμαχίες μεταξύ των παιδιών, φέρνοντας την ανάπτυξη και την ωριμότητα μέσα στην οικογενειακή λειτουργία.
Το πρώτο παιδί αποκτά έναν συνοδοιπόρο. Ένα αδερφάκι. Και αυτό είναι τεράστιο. Δεν είναι μόνο το παιχνίδι, είναι η μάθηση της σχέσης, της σύγκρουσης, της μοιρασιάς.
Είναι σαν να λένε οι γονείς: «Δεν είσαι μόνος σου στον κόσμο».
Τα τρία παιδιά γεμίζουν την οικογένεια με περισσότερο θόρυβο, μεγαλύτερη συναισθηματική παρέα που οι φορτίσεις, οι συγκρούσεις αλλά και οι δημιουργικές συσχετίσεις προσφέρουν κυριαρχικά την αντανάκλαση της κοινωνίας μέσα στο σπίτι. Έτσι, τα δυναμικά του γονεϊκού δεσίματος με τα παιδιά μεταβιβάζουν και πιο ρεαλιστικά μηνύματα εξέλιξης αλλά και πιο ουσιαστικά πρότυπα της σύγκρισης γονιών και παιδιών.
Έχει αποδειχθεί από πολλές μελέτες ότι το «εγώ και εσύ» που γεννάει πιο πολλά παιδιά, είναι και πιο ουσιαστικά δεμένο στη διαχείριση και τη λειτουργική οριοθέτηση του «εμείς και τα παιδιά μας». Το «εμείς» επίσης είναι πιο παραγωγικό, περισσότερο ερωτικό και ξεκαθαρίζει τους ρόλους που το κάθε μέλος μέσα στην οικογένεια αναπόφευκτα δημιουργεί. Αλλά και η άλλη πλευρά που είναι τα παιδιά, ωριμάζουν πιο δυναμικά περισσότερο συναισθηματικά και αντιμετωπίζουν τη ζωή τους με μία συνεχή συμμαχική αλλά και ανταγωνιστική τάση που είναι ένα κομμάτι της ρεαλιστικής κοινωνίας.
Ο γυάλινος κόσμος του ενός παιδιού γκρεμίζεται από το δεύτερο και τρίτο παιδί και έρχεται η πραγματικότητα να προβάλλει τις γονικές οριοθετήσεις και τις ψυχικές αναζητήσεις των παιδιών της. Πιο απλά, τα παιδιά κάνουν παρέα μεταξύ τους, αναπτύσσουν ρόλους και συμπεριφορές που οι γονείς δεν χρειάζεται συνεχώς να παρεμβαίνουν και να επιβάλλουν προσωπικές απόψεις, ενώ παράλληλα οι δεσμοί μέσα στα μέλη της οικογένειας είναι πιο δεμένοι και παραγωγικοί. Η ασπίδα της οικογένειας θωρακίζει πραγματικά τις αξίες, την επικοινωνία και την αυτοδιάθεση που κάθε μέλος μεταφέρει και εκπέμπει μηνύματα στην εξέλιξη της πορείας του.
Κλείνοντας, δεν υπάρχει «σωστό» ή «λάθος» στο πόσα παιδιά θα κάνει κανείς. Υπάρχει όμως κάτι πολύ ουσιαστικό: τι εκφράζει αυτή η επιλογή.
Ένα παιδί μπορεί να μεγαλώσει υπέροχα – αν μεγαλώνει μέσα σε μια ζεστή, αληθινή σχέση. Τρία παιδιά μπορεί να μεγαλώσουν δύσκολα – αν υπάρχει ψυχρότητα.
Αλλά, αν το δούμε με ειλικρίνεια, ο αριθμός των παιδιών συχνά καθρεφτίζει κάτι βαθύτερο: πόσο κοντά είναι οι άνθρωποι μεταξύ τους, πόσο αντέχουν να συνδεθούν, πόσο χώρο έχουν να δώσουν και πόσο η κατάθλιψη δεν μπαίνει μέσα σε ένα σπίτι που οι πολλές φωνές δείχνουν θόρυβο και ένταση αλλά ποτέ μοναξιά, σιωπή και θλίψη.
Και στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει δεν είναι το «πόσα», αλλά το «πώς». Το πώς αγαπήθηκαν, το πώς μεγάλωσαν, το πώς ένιωσαν μέσα σε αυτή την οικογένεια. Και εμείς οι δύο που γεννήσαμε αυτά τα παιδιά μπορούμε να περπατήσουμε τα επόμενα χρόνια της ζωής μας, πιο σημαντικά, περισσότερο συνδεδεμένοι με τη βιωματική και ψυχική μας δικαίωση αλλά και την ανάγκη να κρατηθούμε ζωντανοί απολαμβάνοντας την επόμενη ημέρα του κάθε παιδιού μας ξεχωριστά και όλων μαζί σε ένα τραπέζι που ο χρόνος κυλάει, η ζωή «μιλάει” και η επόμενη ημέρα συνεχίζεται και μετά από εμάς.
Θάνος Ε. Ασκητής
