Δεν αγαπάμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Και συνήθως δεν το συνειδητοποιούμε.
Κάποιοι γινόμαστε υπερβολικά διαθέσιμοι. Άλλοι κρατάμε απόσταση. Άλλοι φοβόμαστε τη σύγκρουση, άλλοι τη μοναξιά. Άλλοι κολλάμε. Άλλοι εξαφανιζόμαστε. Δεν είναι τυχαίο.
Σύμφωνα με τον J. Bowlby, ο τρόπος που δεθήκαμε συναισθηματικά με τους γονείς μας στα πρώτα χρόνια ζωής γίνεται το «καλούπι» πάνω στο οποίο χτίζουμε αργότερα τις ερωτικές μας σχέσεις. Όχι επειδή οι γονείς μας ήταν «καλοί» ή «κακοί».
Αλλά επειδή το παιδικό μας νευρικό σύστημα έμαθε τι να περιμένει από την αγάπη.
Αν, ως παιδιά, όταν κλαίγαμε κάποιος ερχόταν. Αν όταν φοβόμασταν υπήρχε αγκαλιά. Αν τα συναισθήματά μας έβρισκαν χώρο. Τότε μεγαλώσαμε με μια σιωπηλή βεβαιότητα: οι άνθρωποι είναι διαθέσιμοι – μπορώ να βασιστώ – αξίζω φροντίδα. Κι αυτό αργότερα μοιάζει με σχέσεις όπου υπάρχει εγγύτητα χωρίς πανικό, ανεξαρτησία χωρίς ενοχή.
Αν όμως η αγάπη ήταν απρόβλεπτη, για παράδειγμα άλλοτε ζεστή, άλλοτε απόμακρη, τότε μάθαμε να επαγρυπνούμε. Να διαβάζουμε «μικρά σημάδια»…νύξεις. Να φοβόμαστε ότι θα φύγουν. Έτσι, ως ενήλικες, μπορεί να αγαπάμε με ένταση. Να ζητάμε διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις. Να μπερδεύουμε την αγωνία με το πάθος.
Κι αν πάλι η συναισθηματική επαφή ήταν περιορισμένη – αν μάθαμε το «μην ενοχλείς», «μην χρειάζεσαι», «κάντο μόνος-η σου» – τότε η καρδιά μας έμαθε να αυτορυθμίζεται μέσω απόστασης. Αγαπάμε…αλλά κρατώντας απόσταση. Νιώθουμε, αλλά δεν το δείχνουμε εύκολα. Όταν η σχέση βαθαίνει, κάτι μέσα μας σφίγγεται.
Τέλος, αν η γονεϊκή αγάπη ήταν αγάπη που «πνίγει», ήταν υπερπροστασία, αυτό συνέβαινε γιατί αυτοί οι γονείς ήταν πάντα εκεί, προλάβαιναν όλες τις δυσκολίες (ή έτσι νόμιζαν), ανησυχούσαν υπερβολικά και όλα αυτά «για το καλό μας, γιατί ξέρανε καλύτερα». Τότε το παιδί μάθαινε πως ο κόσμος είναι επικίνδυνος χωρίς συνεχή στήριξη. Μάθαινε ότι δεν μπορεί να παίρνει αποφάσεις χωρίς τη συναισθηματική έγκριση του Άλλου.
Δεν νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία να βάλουμε ταμπέλες. Νομίζω όμως ότι είναι ουσιαστικό να καταλάβουμε ότι ο τρόπος που αγαπάμε σήμερα είναι συχνά μια παιδική προσαρμογή που απλώς συνεχίστηκε στην ενήλικη ζωή. Δεν είναι ελάττωμα χαρακτήρα. Είναι σωματική μνήμη. Μάθαμε να είμαστε έτσι.
Και κάπως έτσι, όλα αυτά μπαίνουν αθόρυβα στους ερωτικούς μας δεσμούς. Δεν μπαίνουμε στις σχέσεις tabula rasa. Μπαίνουμε φορτωμένοι-ες μνήμες, βιώματα και γνώσεις. Κάποιο άτομο φοβάται μήπως το αφήσουν. Άλλο φοβάται μήπως το καταπιούν ή άλλο ζητάει συνεχή εγγύτητα. Έτσι βλέπουμε τραυματισμένους τρόπους αγάπης που συναντιούνται μέσα στη σχέση. Βλέπουμε αλληλοκατηγορίες: «είσαι κολλημένος-η», «είσαι ψυχρός-η». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για δύο διαφορετικές στρατηγικές επιβίωσης που έμαθαν κάποτε πώς να αγαπούν μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες. Οι ερωτικοί δεσμοί, λοιπόν, είναι σκηνές όπου παλιά παιδικά μοτίβα ζητούν ξανά και ξανά επιβεβαίωση.
Εδώ έρχεται η αξία της ψυχοθεραπείας. Όχι για να «φτιάξει» κάτι χαλασμένο, αλλά για να μας βοηθήσει να δούμε καθαρά τι κουβαλάμε. Η θεραπευτική σχέση λειτουργεί συχνά σαν ένας νέος, πιο ασφαλής δεσμός: εκεί όπου μαθαίνουμε σιγά σιγά ότι μπορούμε να είμαστε κοντά χωρίς να χανόμαστε, να εκφράζουμε ανάγκες χωρίς ντροπή, να αντέχουμε την απόσταση χωρίς πανικό. Η ψυχοθεραπεία δεν αλλάζει το παρελθόν. Μας δίνει όμως τη δυνατότητα να μην το αναπαράγουμε ασυνείδητα στο παρόν. Και ίσως αυτό είναι το πιο ώριμο είδος αγάπης: να παίρνουμε ευθύνη για τα μοτίβα μας.
Ηλίας Κασσάρας
Ψυχολόγος MSc, MSc, PhD
Γνωστικός & Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής
