«Μία κουβέντα που άκουσα περπατώντας με τον σκύλο μου»

Υπάρχουν στιγμές που η ζωή προσφέρει στον ειδικό τα πιο ενδιαφέροντα «μαθήματα», όχι μέσα στο ιατρείο, αλλά στον δρόμο. Εκεί όπου οι άνθρωποι ξεχνούν ότι κάποιος μπορεί να τους ακούει και αφήνουν να ξεγλιστρήσουν οι πιο κρυφές αλήθειες τους.

Σε ένα πρωινό μου από αυτά που συνήθως περπατώ με τον σκύλο μου, παρατήρησα μια νέα γυναίκα, γύρω στα τριάντα πέντε. Εκείνη περπατούσε μπροστά από εμένα και την άκουσα να μιλάει στο κινητό της έχοντας το σε ανοιχτή ακρόαση. Δεν είχα καμία πρόθεση να παρακολουθήσω τη συνομιλία της, όμως οι δρόμοι είναι δημόσιοι και οι λέξεις, όταν εκφέρονται δυνατά, αποκτούν τη δική τους πορεία.

«Πραγματικά, δεν μπορώ άλλο με τον μα… τον Αντώνη», ακούστηκε μια γυναίκεια φωνή να μιλάει από το τηλέφωνο. Από τα επόμενα λόγια έγινε σαφές ότι ο Αντώνης ήταν μάλλον ο άνθρωπός της.

«Εκνευρίζομαι μόνο που με πλησιάζει. Χθες μου ζήτησε να κάνουμε σεξ, μου ήρθε αηδία και τον έσπρωξα. Και εκείνος μου είπε: “Μια χαρά κοιτάζεσαι στην παραλία και κάνεις κέφι με τους άντρες, αλλά εμένα δεν θέλεις ούτε να σε πλησιάζω.”»

Ακολούθησε μια μικρή παύση. Η φίλη της προσπάθησε να την καθησυχάσει.

«Κάνε λίγη υπομονή. Πες μου… με τον Νίκο τι γίνεται;»

Η απάντηση ήρθε αβίαστα.

«Με τον Νίκο είμαστε μια χαρά. Απλώς τώρα το καλοκαίρι δεν μπορούμε να βρεθούμε. Εγώ είμαι με τον Αντώνη και τα παιδιά, εκείνος με τη γυναίκα του. Δεν υπάρχει χώρος ούτε χρόνος. Αυτό είναι που με τρελαίνει και αυτός μου λείπει πολύ.»

Προσπάθησα να ακούσω και άλλο από επαγγελματική περιέργεια, αλλά η κραυγή του σκύλου μου που γαύγιζε με άλλο σκυλί, μου διέκοψε την ηχητική συνέχεια. Η εικόνα αυτή κράτησε για λίγα μόνο λεπτά. Όμως ήταν αρκετή για να μου θυμίσει πόσο περίπλοκη είναι η ανθρώπινη ψυχή στις σχέσεις μας και πόσο συχνά η προσωπική μας αλήθεια συγκρούεται με τη ζωή που επιλέγουμε να δείχνουμε στους άλλους.

Η απιστία δεν γεννιέται πάντοτε από την έλλειψη έρωτα. Πολύ συχνά γεννιέται από την έλλειψη επικοινωνίας, από χρόνια συναισθηματική απομάκρυνση, από θυμό που δεν εκφράστηκε ποτέ ή από την αίσθηση ότι κάποιος δεν νιώθει πια ορατός μέσα στη σχέση του. Ο εξωσυζυγικός σύντροφος λειτουργεί πολλές φορές ως καθρέφτης μιας ξεχασμένης εικόνας του εαυτού μας και ως καταλύτης των διαπροσωπικών συγκρούσεων και δυσφοριών που χάνονται με την ύπαρξη του.

Ωστόσο, η παράνομη σχέση σπάνια προσφέρει πραγματική ελευθερία. Αντίθετα, δημιουργεί μια διπλή ζωή. Δύο πραγματικότητες που δεν μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς άγχος, ενοχή και συνεχή διαχείριση. Το άτομο βρίσκεται παγιδευμένο ανάμεσα σε δύο κόσμους, χωρίς να ανήκει ολοκληρωτικά σε κανέναν.

Το καλοκαίρι αποτελεί μια ιδιαίτερη περίοδο για αυτές τις σχέσεις. Οι οικογενειακές διακοπές, η συνεχής παρουσία του ή της συζύγου, οι υποχρεώσεις με τα παιδιά και η απουσία προσωπικού χρόνου περιορίζουν δραστικά τις ευκαιρίες συνάντησης. Αυτό που τον χειμώνα μπορούσε να συντηρηθεί μέσα σε λίγες κλεμμένες ώρες, το καλοκαίρι γίνεται σχεδόν αδύνατο.

Και τότε εμφανίζεται ένα παράδοξο: οι «παράνομοι» σύντροφοι βρίσκονται περισσότερο απομονωμένοι από ποτέ. Ο καθένας περνά τις ημέρες του με τη νόμιμη οικογένειά του, ενώ το μυαλό του ταξιδεύει αλλού. Το σώμα βρίσκεται δίπλα στον ή στη σύζυγο, αλλά η επιθυμία και η σκέψη κατοικούν σε μια διαφορετική σχέση, ζώντας τη στέρηση της παράνομης σχέσης και της προσφερόμενης ηδονής της.

Η ψυχολογία γνωρίζει καλά ότι η απαγόρευση ενισχύει συχνά την επιθυμία. Όσο δυσκολότερη γίνεται η συνάντηση, τόσο περισσότερο εξιδανικεύεται ο άλλος. Η έλλειψη μετατρέπεται σε πάθος και η αναμονή σε εμμονή και, φυσικά, σε εκνευρισμό με γκρίνια στη νόμιμη «υποχρεωτική» σχέση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η παράλληλη σχέση είναι βαθύτερη ή υγιέστερη. Συχνά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: ότι συντηρείται επειδή παραμένει ανολοκλήρωτη.

Στο ιατρείο μου, έχω διαπιστώσει πολλές φορές ότι οι άνθρωποι δεν υποφέρουν μόνο από τις επιλογές τους. Υποφέρουν κυρίως από τις αντιφάσεις τους. Θέλουν τη σταθερότητα του γάμου, αλλά διεκδικούν τη συγκίνηση της καινούργιας σχέσης. Θέλουν την ασφάλεια της οικογένειας, αλλά και την αίσθηση της ελευθερίας. Θέλουν να είναι ειλικρινείς, αλλά φοβούνται το κόστος της αλήθειας.

Η υποκρισία δεν είναι πάντοτε συνειδητή. Συχνά αποτελεί έναν ψυχολογικό μηχανισμό άμυνας. Ο άνθρωπος πείθει πρώτα τον εαυτό του ότι «δεν υπάρχει άλλη λύση», ώστε να μπορεί να συνεχίσει να ζει χωρίς να καταρρεύσει από τις ενοχές του.

Εκείνο το πρωινό δεν έμαθα ποτέ τι απέγιναν η γυναίκα, ο Αντώνης ή ο Νίκος. Δεν είχε σημασία. Η σύντομη αυτή συνομιλία ήταν μια μικρή υπενθύμιση ότι πίσω από τις χαμογελαστές φωτογραφίες των διακοπών και τις εικόνες της οικογενειακής ευτυχίας μπορεί να κρύβονται άνθρωποι που ζουν μετέωροι ανάμεσα σε δύο ζωές, αναζητώντας εκείνο που τελικά δεν βρίσκεται ούτε στον σύζυγο ούτε στον εραστή, αλλά στη δύσκολη συμφιλίωση με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Άλλωστε, η δειλία του να γκρεμίσω κάτι σταθερό, διαχρονικό και μόνιμο, αυξάνει την επιθυμία του παράνομου, του προκλητικού, του κρυφού, του διαφορετικού. Η δειλία και η παρανομία, όμως, όταν συναντηθούν, φέρνουν ένα αποτέλεσμα επώδυνα μοιραίο.

Θάνος Ε. Ασκητής