«Μένουμε για τα παιδιά μας…»

Αναμφίβολα, ο τίτλος του σημερινού άρθρου είναι μια σκέψη που την ακούμε πολύ συχνά από ανθρώπους που, μέσα στον εγκλωβισμένο γάμο τους, νιώθουν ότι αυτό που τους ενώνει υποχρεωτικά, φοβικά και ενοχικά είναι τα παιδιά τους.

Πολλές φορές, αυτές οι σκέψεις προβληματισμού έρχονται στο γραφείο μου. Στην τελευταία συνεδρία που είχα με δύο γονείς, οι οποίοι διένυαν τη μέση ηλικία και είχαν δύο παιδιά που διένυαν την αρχή της εφηβείας τους, τέθηκε ένα κρίσιμο ερώτημα: πρέπει ένας κακός γάμος και μια κενή σχέση να συνεχίσουν να υπάρχουν με τη σημερινή μορφή της οικογένειας ή είναι προτιμότερο να χωρίσουν και να παραμείνουν απλώς γονείς;

Η κραυγή της γυναίκας, όταν τη ρώτησα γιατί δεν είναι καλά μεταξύ τους, έφτασε στα αυτιά μου γεμάτη θυμό και απελπισία:

«Είναι αργά να το συζητάμε αυτό, όταν πάνω από δέκα χρόνια δεν μιλιόμαστε και μόνο τσακωνόμαστε».

Μόλις η δυνατή φωνή της έσβησε, έφτασε στη σκέψη μου, σχεδόν ψιθυριστά, ο λόγος του συζύγου και πατέρα:

«Δεν είναι και τόσο τραγικά όπως τα λέει η Σ.»

Κοιτάζοντάς τους, αναρωτήθηκα ποιο ήταν πραγματικά το νόημα της σημερινής τους επίσκεψης.

Τα πρόσωπά τους πρόδιδαν έντονη συναισθηματική φόρτιση και, σχεδόν μέσα στα πρώτα δεκαπέντε λεπτά της συνεδρίας, ο αντιθετικός λόγος τους επιβεβαίωνε το «κενό» της συνύπαρξής τους.

Προχωρώντας παρακάτω, τους ρώτησα με σαφή και οριοθετημένο τόνο αν είναι αποφασισμένοι να χωρίσουν και αν χρειάζονται τη δική μου γνώμη πάνω σε αυτό.

Η γυναίκα απάντησε αμέσως:

«Όχι, δεν πρέπει να χωρίσουμε. Πρέπει να ηρεμήσουμε και ο καθένας ας κάνει ό,τι θέλει».

Ο σύζυγος συμπλήρωσε:

«Ήρθαμε εδώ για να μας βοηθήσετε να βρούμε πώς μπορούμε να ζούμε μέσα στο ίδιο σπίτι με τα παιδιά μας, ένα αγόρι 14 ετών και ένα κορίτσι 11 ετών, χωρίς να τσακωνόμαστε και χωρίς να μας βλέπουν να καβγαδίζουμε».

Κατάλαβα ότι και οι δύο αναζητούσαν μια σίγουρη λύση που ταυτόχρονα τους βόλευε και τους υποχρέωνε να μη διαλύσουν το σπίτι τους ή, τουλάχιστον, να καταφέρουν να παραμείνουν κάτω από την ίδια στέγη.

Παράλληλα, όμως, αναρωτήθηκα: ποιο είναι αυτό το οικογενειακό περιβάλλον όπου δύο άνθρωποι παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά και τελικά ζουν μαζί και χώρια ταυτόχρονα;

Αλήθεια, πώς μπορεί να διατηρηθεί ένας γάμος μέσα σε μια βαθιά ψυχική ψυχρότητα ανάμεσα στους δύο συντρόφους, συζύγους και γονείς, με το επιχείρημα ότι έτσι προστατεύουν την ψυχολογία των παιδιών τους, τα οποία διανύουν μία από τις πιο δύσκολες αλλά και σημαντικές περιόδους της ζωής τους: την εφηβεία;

Επέμεινα να τους ζητώ να σκεφτούν πώς βλέπουν το σενάριο όπου ο καθένας θα έχει την προσωπική του ζωή, ενώ θα συνεχίζουν να ζουν στο ίδιο σπίτι και θα πρέπει να δείχνουν στα παιδιά τους ότι παραμένουν μαζί.

Οι απαντήσεις τους ήταν αντιφατικές. Στην ουσία, συμφωνούσαν μέσα από μια έντονη διαφωνία. Πίστευαν ότι μπορούν να συνυπάρξουν, ενώ διαφωνούν σχεδόν σε όλα, εκτός από ένα κριτήριο:

«Πρέπει να είμαστε σωστοί γονείς».

Όταν έκλεισε η συνεδρία, ένιωσα ότι δεν είχα καταφέρει πολλά. Ίσως, όμως, να μην είχα καταφέρει ακόμη να συνειδητοποιήσω το σχήμα ζωής που μου ζητούσαν να επικυρώσω ως ειδικός.

Τα παιδιά δεν βλέπουν το επικοινωνιακό τους χάος;

Μου έδωσαν τρεις εικόνες που μιλούν από μόνες τους.

Η πρώτη εικόνα είναι ότι δεν κοιμούνται μαζί.

Η δεύτερη εικόνα είναι ότι δεν τρώνε μαζί.

Και η τρίτη εικόνα είναι ότι φροντίζουν να βρίσκονται όλο και λιγότερο μαζί στην καθημερινότητά τους.

Αυτές τις εικόνες δεν τις βλέπουν τα παιδιά;

Μάλιστα, η κόρη τους ρώτησε τη μητέρα της, λίγες ημέρες πριν, αν είναι ευτυχισμένη με τον πατέρα της ή αν σκοπεύουν να χωρίσουν.

Η ίδια η μητέρα μού είπε μέσα στο γραφείο ότι ταράχτηκε. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Της είπε σπασμωδικά πως αυτό δεν είναι κάτι που την αφορά στην ηλικία της και πως δεν σημαίνει τίποτα για τη σχέση τους ως γονείς απέναντι στα δύο παιδιά τους.

Γι’ αυτό σκέφτηκα να γράψω αυτές τις αράδες, μοιραζόμενος μαζί σας ένα ουσιαστικό πρόβλημα, ένα ηθικό δίλημμα αλλά και ένα κοινωνικό δικαίωμα δύο ανθρώπων, των οποίων η προσωπική ζωή δεν τους λέει πλέον τίποτα.

Δεν θέλουν καν να προσπαθήσουν θεραπευτικά να βελτιώσουν τη συναισθηματική τους επικοινωνία. Συμφωνούν, όμως, παράδοξα, να μείνουν μαζί και να ζουν χώρια.

Δεν θέτω το ερώτημα ως μια απλή επιλογή ανάμεσα στο «άσπρο και το μαύρο».

Έχω ακούσει πολλές φορές ανθρώπους που θέλουν να φύγουν από τον γάμο τους να λένε, ανάμεσα στο αστείο και το τραγικό:

«Θα μείνω στο σπίτι μέχρι τα παιδιά μου να τελειώσουν το σχολείο».

Ή:

«Δεν θα φύγω, εκτός αν με διώξει ο άλλος».

Ακόμη πιο συχνό είναι το μήνυμα:

«Τι να κάνουμε; Θα κάνουμε υπομονή μέχρι τα παιδιά να μεγαλώσουν και να φύγουν από το σπίτι».

Ποια είναι, άραγε, η αλήθεια;

Μένουμε ή φεύγουμε;

Χτίζουμε ή σωπαίνουμε;

Θα απαντήσω έμμεσα, μέσα από σκέψεις εφήβων και νεαρών ενηλίκων που έχουν περάσει από το γραφείο μου και έχουν διατυπώσει φράσεις που αποτυπώνουν με ακρίβεια το νόημα αυτού του προβληματισμού:

«Θα ήθελα οι γονείς μου να είχαν χωρίσει. Δεν άντεχα τη σύγκρουσή τους».

«Ήξερα ότι δεν ήταν ευτυχισμένοι. Καταλάβαινα ότι ζούσαν μαζί για εμένα».

«Η μητέρα μου ανεχόταν τον πατέρα μου γιατί φοβόταν ότι θα με χάσει».

«Δεν θα ήθελα ποτέ να κάνω έναν γάμο σαν αυτόν των γονιών μου».

«Έμειναν μαζί γιατί φοβούνταν τι θα πει ο κόσμος και το κοινωνικό τους περιβάλλον».

Λόγια ζωντανά παιδιών που έζησαν με υποχρεωμένους γονείς σε μια κοινή συμβίωση χωρίς πραγματική συντροφικότητα.

Τελικά, ο χωρισμός είναι η λύση; Το διαζύγιο είναι η σωστή απόφαση; Είναι ώριμο να λέμε «δεν πάει άλλο» και να αποχωρούμε από ένα δυσάρεστο περιβάλλον, όταν το μεγαλύτερο άγχος, η στεναχώρια, η θλίψη και η συναισθηματική φθορά καταλήγουν στο παιδί μας;

Μήπως η πραγματική ωριμότητα μάς δείχνει ότι κάτι που φλέγεται και πονά ψυχικά χρειάζεται θεραπεία;

Τελικά, η ενοχή και ο φόβος ότι αποτύχαμε ως ζευγάρι, παρότι πετύχαμε να γίνουμε γονείς, μας υποχρεώνουν να μένουμε μαζί χωρίς να το θέλουμε;

Για να μη σας κουράσω περισσότερο, μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Όμως η πραγματικότητα συχνά είναι ξεκάθαρη: ο χωρισμός, σε πολλές περιπτώσεις, αποτελεί μια αναγκαία πράξη που μπορεί να οδηγήσει σε μια καλύτερη επόμενη μέρα.

Τα παιδιά μας είναι ένας κομβικός δρόμος της ζωής μας και οφείλουμε να τα προστατεύουμε από τη δυστυχία, την τοξικότητα και τη διαρκή σύγκρουση μιας κακής συντροφικής σχέσης.

Η δύναμή μας ως γονείς να διατηρήσουμε μια σωστή συνεννόηση για τη φροντίδα και την ανατροφή του παιδιού μας είναι συχνά πολύ μεγαλύτερη όταν είμαστε χωρισμένοι γονείς, παρά όταν ζούμε κάτω από την ίδια στέγη και η αντιπαλότητά μας αναζητά συμμάχους μέσα στο ίδιο μας το παιδί.

Ένα παιδί που δεν ξέρει τελικά με ποιον να συμμαχήσει και με ποιον να διαφωνήσει. Ένα παιδί που αναγκάζεται να κατασκευάσει τον «καλό» και τον «κακό» γονιό.

Και τότε, συχνά, καταλήγει να διαμορφώνει έναν πιο εγωκεντρικό, νευρωτικό, καταθλιπτικό, παθητικό ή επιθετικό ψυχισμό, κουβαλώντας αυτά τα σημάδια στο δικό του «αύριο».

Θάνος Ε. Ασκητής